Όλα ξεκίνησαν επειδή πεινούσαμε.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με την ιστορία μας, η ένδοξη πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού δεν ξεκίνησε από κάποιο υπαρξιακό όραμα για τα άστρα, αλλά από ένα γουργουρητό στο στομάχι.
Όταν οι κλιματικές αλλαγές πριν μερικές χιλιάδες χρόνια περιόρισαν τα δάση της Αφρικής, ο πίθικος, ο μακρινός μας πρόγονος αναγκάστηκε να κατεβεί από την ασφάλεια των δέντρων.
Στη σαβάνα, ο νόμος ήταν σκληρός: οι πόροι ήταν λίγοι, σπάνιοι και απρόβλεπτοι.
Εκεί, στον ανοιχτό ορίζοντα, σμιλεύτηκε το DNA μας. Αν έβρισκες τροφή, έπρεπε να την καταναλώσεις ή να την αποθηκεύσεις άμεσα, πριν την κλέψει κάποιος άλλος ή σαπίσει.
Ο φόβος ότι «δεν θα υπάρχει αρκετά για το αύριο» έγινε ο βασικός κινητήριος μοχλός της επιβίωσής μας. Ένα βαθύ, πρωτόγονο άγχος που μας κράτησε ζωντανούς σε έναν εχθρικό κόσμο.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το λογισμικό της έλλειψης δεν έλαβε ποτέ update!.
Καθώς ο άνθρωπος εξελισσόταν, μετέτρεψε αυτόν τον αρχέγονο φόβο σε μια τριάδα-φωτιά: Βελτίωση, Αύξηση, Έλεγχος. Δεν μας αρκούσε να βρούμε μια πέτρα, έπρεπε να τη βελτιώσουμε σε τσεκούρι. Δεν μας αρκούσε να μαζέψουμε καρπούς για τη μέρα, έπρεπε να αυξήσουμε την παραγωγή για τη χρονιά, εφευρίσκοντας τη γεωργία. Και για να είμαστε σίγουροι ότι η σοδειά θα είναι ασφαλής, έπρεπε να ελέγξουμε το περιβάλλον — να ισοπεδώσουμε δάση, να αλλάξουμε την πορεία ποταμιών, να χτίσουμε τείχη.
Και κάπου εκεί, η ισορροπία χάθηκε.
Η βελτίωση έγινε εμμονή, η αύξηση έγινε απληστία και ο έλεγχος έγινε αυταπάτη. Ο άνθρωπος εγκλωβίστηκε σε μια μόνιμη κατάσταση μη-ικανοποίησης.
Σήμερα, έχουμε γεμίσει τον πλανήτη με αποθήκες, σούπερ μάρκετ και ψηφιακά νούμερα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλά μέσα μας, ο πεινασμένος πίθηκος της σαβάνας συνεχίζει να ουρλιάζει ότι «δεν είναι αρκετά». Μπερδέψαμε την ασφάλεια με την ιδιοκτησία και την ευτυχία με την κατανάλωση.
Αυτή η τυφλή ορμή μας οδήγησε στο να αντιμετωπίζουμε τον φλοιό της Γης —αυτή την απίστευτα λεπτή, μοναδική ζωντανή επιφάνεια μέσα στο παγωμένο σύμπαν— όχι σαν σπίτι, αλλά σαν μεταλλείο προς εξόρυξη.
Γιατί όμως συνεχίζουμε να καταστρέφουμε τον χώρο που μας τρέφει;
Η απάντηση κρύβεται σε μια άλλη μεγάλη μας ψευδαίσθηση: την ψευδαίσθηση του χρόνου.
Επειδή η οικολογική καταστροφή δεν συμβαίνει με ένα ξαφνικό, θεαματικό κραχ, αλλά με την αργή, υπόκωφη διάβρωση της καθημερινότητας, ο εγκέφαλός μας επαναπαύεται. Ζούμε με την αίσθηση ότι «έχουμε χρόνο». Ότι η Γη έχει απεριόριστες αντοχές, ότι η επόμενη γενιά ή η επόμενη τεχνολογική ανακάλυψη θα βρει τη λύση, ή ότι, στην ανάγκη, θα μετακομίσουμε στον Άρη.
Αυτή η αναβλητικότητα, γεννημένη από την αλαζονεία μας, είναι το πιο επικίνδυνο συστατικό της συμπεριφοράς μας. Μας επιτρέπει να συνεχίζουμε το πάρτι της υπερεκμετάλλευσης, σφυρίζοντας αδιάφορα, την ίδια στιγμή που το πάτωμα κάτω από τα πόδια μας υποχωρεί.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο λάθος μας δεν ήταν ότι κατεβήκαμε από τα δέντρα επειδή πεινούσαμε. Ήταν ότι, στην πορεία, χορτάσαμε, αλλά αρνηθήκαμε να το παραδεχτούμε. Και τώρα, συνεχίζουμε να ξεριζώνουμε τα δέντρα που κάποτε μας φιλοξενούσαν, ξεχνώντας ότι χωρίς αυτά, δεν υπάρχει έδαφος για να σταθούμε.